Μαρία Κάλλας, La divina 1923-1977

2757

Δεκέμβριος 1923 – Δεκέμβριος 2023
Εκατό χρόνια από τη γέννησή της

Μαρία, Σοφία, Άννα, Καικιλία Καλογεροπούλου. Γεννήθηκε στην Ν. Υόρκη στις 2/12/1923. Οι γονείς της Ευαγγελία και Γιώργος ήταν Έλληνες μετανάστες. Άλλαξαν το επίθετό τους σε Κάλλας όταν η Μαρία πήγαινε στο δημοτικό. Έπαιρνε μαθήματα πιάνου από την ηλικία των επτά ετών όμως σύντομα ανακάλυψε ότι, της άρεσε να τραγουδά παρά να παίζει.
Το 1937 οι γονείς της χώρισαν και η μητέρα της, με την Μαρία και την αδελφή της, γύρισαν στην Ελλάδα όπου η Μαρία σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής στην οποία δέχονταν σπουδαστές άνω των 16 ετών. Κατ’ εξαίρεση δέχτηκαν την Μαρία λόγω του μεγάλου ταλέντου της. Σε ηλικία 16 ετών έπαιξε στη Λυρική Σκηνή σ’ ένα μικρό ρόλο της όπερας «Boccaccio». Στα είκοσι πρωταγωνίστησε στην Tosca.

Είχε εμμονή με την κατάκτηση της τελειότητας της τέχνης της από τα πρώτα χρόνια των σπουδών της, γι’ αυτό και στο Ωδείο παρακολουθούσε όλες τις τάξεις τραγουδιού για να μαθαίνει από την διδασκαλία των άλλων φωνών, τενόρων, βαρυτόνων κ.α.

Παράλληλα για να ξεπεράσει προβλήματα που της δημιουργούσε η μεγάλη μυωπία της, μάθαινε απ’ έξω ολόκληρες τις όπερες για να μην έχει την ανάγκη να βλέπει τις υποδείξεις του μαέστρου τον οποίο δεν μπορούσε να δει καθαρά από την σκηνή.

Τον Σεπτέμβριο του 1945 βρίσκεται στη Ν. Υόρκη και προσπαθεί να βρει δουλειά στην Μετροπόλιταν Όπερα. Δεν καταφέρνει να υπογράψει συμβόλαιο. Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας στη Βερόνα της Ιταλία Τζιοβάνι Τζενατέλλο, την οδηγεί στην Ιταλία.

Στις 21 Απριλίου του 1949 παντρεύεται τον βιομήχανο Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, ο οποίος την βοηθά, όχι μόνο να απογειώσει την καριέρα της αλλά και να βελτιώσει την εμφάνισή της, χάνοντας 30 κιλά και αποκτώντας αυτοπεποίθηση.

Το 1951 εμφανίζεται στην σκάλα του Μιλάνου, το 1954 έκανε το αμερικάνικο ντεπούτο της στο Σικάγο με τη Νόρμα όπου και θριάμβευσε. Το 1956 ήρθε η σειρά της Μετροπόλιταν Όπερας της Ν. Υόρκης, το καλοκαίρι του 1957 εμφανίζεται στο Ηρώδειο και κυριολεκτικά αποθεώνεται. Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την Μήδεια σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.

Η μανία της να μελετά πολλούς και διαφορετικούς ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου με την δασκάλα της, Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, την βοήθησε στη μεγάλη της καριέρα.
Απαιτούσε πάντα περισσότερες πρόβες και εκνευριζόταν όταν λόγω ωραρίου έπρεπε να σταματήσουν. Πιθανόν αυτή η ασκητική ζωή μέσα στη μελέτη, τις πρόβες και τις παραστάσεις από το 1940 έως και το 1959, που γνώρισε τον Ωνάση, της δημιούργησε την ανάγκη για έναν άλλο τρόπο ζωής. Να διασκεδάσει, να ξεκουραστεί, να βάλει μία άνω τελεία στην τέχνη της.

Στα δέκα χρόνια της αδιαφιλονίκητης βασιλείας της, μεταξύ 1949-1959, στάλαξε στις ψυχές περισσότερη μουσική, περισσότερη τέχνη από οποιοδήποτε άλλο άτομο του αιώνα.
Η Ελληνίδα σοπράνο ήταν μια γυναίκα που αγαπήθηκε εμμονικά σ’ όλο τον κόσμο.

Η Μαρία Κάλλας δεν χωράει σε καμμιά περιγραφή, δεν την αγγίζει καμμιά κριτική, δεν θα εγκλωβιστεί σε μια ταινία, σ’ ένα βιβλίο……..Η τέχνη, που άφησε πίσω της, θα λειτουργεί πάντα ως το απόλυτο μέτρο σύγκρισης στην τέχνη της όπερας , γιατί της έδωσε το φιλί της ζωής, κάνοντάς την συναρπαστική, ζωντανή, υπέροχη, διαχρονική.
Το ταλέντο της σαν λυρικής τραγουδίστριας και σαν ηθοποιού, αναζωογόνησε και μεταμόρφωσε σε τέτοιο βαθμό την τέχνη της, ώστε σήμερα να μιλούν για την όπερα «προ Κάλλας» και «μετά Κάλλας».

Η Μισέλ Κράιζελ, καλλιτεχνική διευθύντρια της ‘Οπερας της Ουάσινγκτον, την αποκαλούσε η ερμηνεύτρια που άλλαξε τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται όλοι οι άλλοι λυρικοί τραγουδιστές.

Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν της έδωσε τον τίτλο της «μεγαλύτερης καλλιτέχνιδας του κόσμου» και ο Λουκίνο Βισκόντι την θεωρούσε την «τραγωδό του κόσμου».
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος έφυγε από τη ζωή στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή, ήταν μόλις 54 ετών.

Κατερίνα Παναγιώτου

Καμία δημοσίευση για προβολή